Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ
'Ιδρυση / Ιστορικό
Η δεκαετία του 1960 ανακάλυψε τις καλοκαιρινές διακοπές, την ηλιοθεραπεία, τη θάλασσα, το κολύμπι και τα εξοχικά σπίτια σε όμορφες παραλίες και νησιά. Σε αυτό το αισιόδοξο σκηνικό, που έχει εικονογραφήσει ο μαυρόασπρος ελληνικός κινηματογράφος, ιδρύθηκε το 1965 ο ΠΟΣΜΕΔΕ, ο Πανελλήνιος Οικοδομικός Συνεταιρισμός Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, με σκοπό την εξασφάλιση στα μέλη του παραθεριστικής κατοικίας. Τον Ιούλιο του 1965 προτάθηκε η αγορά ενός μεγάλου κτήματος στις Σπέτσες και στο τέλος του Σεπτεμβρίου το ΔΣ είχε εγκρίνει το προσύμφωνο της αγοράς. Οι κοσμοπολίτικες Σπέτσες είχαν καταξιωθεί στην αντίληψη των Αθηναίων και η τοποθεσία του κτήματος ήταν προνομιακή, σε μια πλαγιά με θέα στην Πελοπόννησο και την Ύδρα, λίγο πιο πέρα από την Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή και το μοντέρνο Ξενία του Φίλιππου Βώκου.

Ο ΠΟΣΜΕΔΕ πήρε την πρωτοβουλία να προκηρύξει αρχιτεκτονικό διαγωνισμό προσχεδίων «δια την ανέγερσιν θερινών κατοικιών και διαμορφώσεως της περιοχής του κτήματος αυτού κείμενον εις την νήσον Σπέτσας» (Νοέμβριος 1965). Ήταν μια πρωτοποριακή επιλογή που απέβλεπε στην οικοδόμηση ενός πρότυπου οικισμού, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των συνεταιρισμών που μοίραζαν οικόπεδα. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν σημαντικοί αρχιτέκτονες. Το πρώτο βραβείο πήραν οι Δημήτρης Αντωνακάκης, Σουζάνα Αντωνακάκη, Δημήτρης Ποτήρης και Έφη Τσαρμακλή. Το Εργαστήριο 66 που ίδρυσαν την ίδια χρονιά ο Δημήτρης και η Σουζάνα Αντωνακάκη ανεδείχθη τα επόμενα χρόνια σε ένα από τα κορυφαία ελληνικά γραφεία με διεθνή ακτινοβολία. Το δεύτερο βραβείο πήραν οι Α. Γεωργιάδης και Β. Γρηγοριάδης και το τρίτο οι Κ. Δεκαβάλλας, Μ. Κοφινά και Ν. Λόντος. Δύσκολα θα μπορούσε να περιμένει κανείς καλύτερες συμμετοχές.
Οι Οικισμός τοποθετήθηκε στην πλαγιά με βάση τις υψομετρικές καμπύλες. Η οργάνωση των κατοικιών έγινε σε ομάδες που καθεμία είχε τον δικό της προσανατολισμό και αρθρώθηκαν γύρω από ένα κέντρο. Σε αυτό το κέντρο στεγάστηκαν οι ελάχιστες κοινόχρηστες λειτουργίες, που το κατέστησαν σημείο συνάντησης για τη μικρή κοινότητα. Αν και υπήρχε πρόβλεψη για την πρόσβαση αυτοκινήτων, η κυκλοφορία μέσα στον Οικισμό θα γινόταν με ένα δίκτυο πεζοδρόμων. Οι κατοικίες ακολούθησαν δύο τύπους, τον φαρδύ και τον στενό, και αναπτύχθηκαν με παραλλαγές στα ύψη και τη σχέση μεταξύ τους για ποικιλία και προσαρμογή στο φυσικό ανάγλυφο. Ήταν όλες διώροφες και διαμπερείς, με θέα στη θάλασσα, και ήταν οργανωμένες γύρω από ένα υπαίθριο χώρο που εξασφάλιζε φυσικό αερισμό ανάμεσα στο καθιστικό και την κουζίνα. Η μορφολογία απέβλεπε στη μοντέρνα έκφραση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Τότε ακόμα τα εξοχικά σπίτια ήταν λιτά, η ζωή ανέμελη και οι καταναλωτικές ανάγκες μικρές.
Η οικοδομική άδεια εκδόθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1967 από τους αρχιτέκτονες του πρώτου βραβείου, βρέθηκε εργολάβος και ανατέθηκαν τα έργα. Σχετικά σύντομα όμως το ΔΣ του συνεταιρισμού αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία με τους αρχιτέκτονες και να προχωρήσει τα έργα με άλλη αρχιτέκτονα. Ακολούθησε αναθεώρηση της άδειας το 1968 για αλλαγές μικρής κλίμακας στα ύψη και τις όψεις. Η κατασκευή προχώρησε με αρκετά προβλήματα και σε μια πενταετία τα σπίτια παραδόθηκαν στους ιδιοκτήτες με μπετά και τούβλα. Την ευθύνη της ολοκλήρωσης ανέλαβαν τότε οι ίδιοι, που ήταν οι περισσότεροι μηχανικοί και πολλοί από αυτούς αρχιτέκτονες. Το αποτέλεσμα ήταν η παραλλαγή των αρχικών σχεδίων σύμφωνα με τις προσωπικές επιλογές και τη δημιουργική παρέμβαση, τόσο που δύσκολα αναγνωρίζεται σε λίγα σπίτια ο αρχικός σχεδιασμός. Σε αντίθεση με αυτή την άτακτη πολυμορφία, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις φυτεύσεις που επιμελήθηκαν οι συνοικιστές Νίκος Ταμβάκης και Φραγκίσκος Φίλιππας, μεταφέροντας τις εμπειρίες τους από τον Εθνικό Κήπο και άλλα έργα. Οι παρεμβάσεις αυτές λειτούργησαν ενοποιητικά και έχουν συμβάλει καθοριστικά στην αισθητική αναβάθμιση του Οικισμού.




Το Λιγονέρι έχει μια ιστορία που ξεπερνάει τον μισό αιώνα. Πάνω στα κτίρια είναι γραμμένη η ζωή των ανθρώπων που το οραματίστηκαν και το κατασκεύασαν, που το έζησαν και το ζουν, σφραγίζοντάς το με τις δικές τους ανθρώπινες πρωτοβουλίες και επιλογές. Εκεί μεγάλωσαν τουλάχιστον δύο γενιές παιδιών και τώρα ακούγονται οι φωνές από την επόμενη. Εκεί γράφτηκαν και γράφονται ανθρώπινες σχέσεις που σμιλεύει η μαγεία του καλοκαιριού. Το Λιγονέρι είναι μια κοινότητα, μια “διώροφη πολυκατοικία” που είναι σπαρμένη σε μια πλαγιά των Σπετσών και ζωντανεύει για τρεις μήνες το χρόνο. Είναι σημαντικό να ξέρουμε την ιστορία της για να ξέρουμε από πού ερχόμαστε, τι έχουμε στα χέρια μας και να προχωρούμε μπροστά με αυτή τη γνώση. Το Λιγονέρι έχει την ανάγκη όλων για να κερδίσει την φυσιογνωμία που του αξίζει σε αυτό το νησί, που παρουσιάζει ιδιαίτερο φυσικό κάλλος και ενδιαφέρον από απόψεως αρχιτεκτονικής και ιστορικής.
Παναγιώτης Τουρνικιώτης
Αρχιτέκτονας, 40 χρόνια στο Λιγονέρι